“Τέντωσε το ένα του χέρι προσπαθώντας να προσανατολιστεί μέσα στο σκοτάδι για να βρει την πόρτα και να ανοίξει στον Ντρίτο. Αμέσως τράβηξε πίσω το χέρι του, με μια αίσθηση σιχαμάρας: πρέπει να υπήρχε κάποιο ζώο μπροστά του, κάτι σαν θαλάσσιο κτήνος, μαλακό και γλοιώδες. Έμεινε με το χέρι στον αέρα, ένα χέρι, που τώρα κολλούσε, ήταν υγρό, σαν να έπασχε από λέπρα. Ανάμεσα στα δάχτυλα ένιωσε ένα στρογγυλό σώμα, ένα εξόγκωμα, κάτι σαν απόστημα. Γούρλωνε, μέσα στο σκοτάδι τα μάτια του, αλλά δεν έβλεπε τίποτα, ούτε το χέρι του μπροστά στη μύτη του. Δεν έβλεπε τίποτα αλλά μύριζε: τότε γέλασε. Κατάλαβε ότι είχε αγγίξει μια τούρτα και ότι στο χέρι του είχε κολλημένη κρέμα κι ένα ζαχαρωμένο κεράσι”.